|Η μακαριστή † Χατζη–Μαριοῦ (Σάββατο † 29–12–1981)
👉 Η μακαριστή Χατζη–Μαριοῦ, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν,
ἀπό τό προσκύνημά της στούς Ἁγίους Τόπους, ἦταν μία ἁγία ψυχή.
Ἔζησε στήν Φύτη Πάφου καί μέ τόν σύζυγό της Ἰωάννη ἀπέκτησαν 5 κόρες καί 2 γυιούς.
Ὁ γυιός της ὁ μεγάλος ξενιτεύτηκε ἀπό μικρή ἡλικία στή Νότιο Ἀφρική.
Εἶχε οἰκονομική ἄνεση καί ἔγραψε νά στείλουν οἱ γονεῖς τίς ἀδελφές του γιά νά τίς ἀποκαταστήση.
Μέ τά δεδομένα τότε τοῦ χωριοῦ, ἦταν πολύ δύσκολο νά παντρέψη μέ προίκα (σπίτι–χωράφια) 5 κόρες.
Γι᾿ αὐτό ἔκριναν καλό μαζί μέ τόν ἄντρα της, νά στείλουν τίς δύο κόρες τους, τήν Στέλλα καί τήν Χρυστάλλα, στη Νότιο Ἀφρική.
Τό ταξίδι τότε γινόταν μέ καράβι καί διαρκοῦσε περισσότερο ἀπό ἕνα μῆνα.
Στό καράβι ἀρρώστησε ἡ μία καί ὅταν ἔφτασαν στήν Νότιο Ἀφρική πέθανε.
Ἡ ἄλλη παντρεύτηκε ἀμέσως, ἀλλά καί αὐτή σύντομα πέθανε.
Ὅταν τό μήνυμα ἔφτασε στούς γονεῖς, ὁ πατέρας της Ἰωάννης ἐρχόταν ἀπό τό χωράφι.
Στό σπίτι ἔβαλε τά χέρια καί τό κεφάλι του πάνω στό τραπέζι,
δέν ἔλεγε τίποτε καί δέν ἤθελε νά φάη.
Μετά ἀπό λίγο πέθανε κι αὐτός ἀπό τήν στενοχώρια του.
Ἡ μακαριστή Χατζη–Μαριοῦ,
ἄν καί ἔθαψε σέ ἕνα χρόνο δύο κόρες καί τόν ἄνδρα της,
ὅμως δέν λύγισε.
Μέ τήν μεγάλη πίστη της στόν Θεό ὕψωνε τά χέρια καί τά μάτια στόν οὐρανό καί ἔλεγε:
«Δοξάζω Σε, Θεέ μου, πού μοῦ τούς ἐπῆρες,
Εὐχαριστῶ Σε, Θεέ μου».
Αὐτό τό ἐπαναλάμβανε πολλές φορές κλαίγοντας καί πρόσθετε:
«Δέν θά τά βάλω μέ τόν Θεό.
Ποιά εἶμαι ἐγώ;
Ἔτσι ἤθελε ὁ Θεός».
Βάπτισε δύο κοριτσάκια πολύ φτωχῆς οἰκογένειας
καί ἔδωσε τά ὀνόματα τῶν πεθαμένων κοριτσιῶν της,
ὀνομάζοντάς τα Στυλιανή καί Χρυστάλλα.
Ἀπό τότε ἔβαλε μαῦρα,
κατέβασε τό μαῦρο μαντήλι μέχρι τά φρύδια
καί δέν ἔλειπε ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἔμεινε χήρα ἀπό σχετικά νεαρή ἡλικία.
Ἀπό τότε δέν εἶδε τόν ἑαυτό της στόν καθρέφτη
οὔτε καί γιά νά χτενιστῆ.
Καθρέφτη δέν εἶχε στό σπίτι της.
Τούς σήκωσε ὅλους.
Ἔλεγε:
«Ἔθαψα παιδιά καί ἐγώ θά καλλωπίζομαι;»...
Πηγη.: Αμφοτεροδέξιος

