.Tην Τετάρτη 27 Μαίου στις 6.00μ.μ. στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοπηγής Πολυδενδρίου Αττικής θα τελεσθεί η ακολουθία του εσπερινού,το μυστήριο του ιερού Ευχελαίου και θα ακολουθήσει ομιλία του Πρωτοπρεσβυτέρου Σπυρίδωνος Βασιλάκου με θέμα : Άγιος ΠαπαΔημήτρης Γκαγκαστάθης+++Οι Ιερές ακολουθίες του Τριημέρου της Πεντηκοστής θα τελεσθούν στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοπηγής Πολυδενδρίου Αττικής με το ακόλουθο πρόγραμμα : Σάββατο 30 Μαΐου (Ψυχοσάββατο) : 7.00π.μ.Ακολουθία του Όρθρου και Θεία Λειτουργία.Μετά το πέρας της ακολουθίας θα τελεσθεί τρισάγιο για τους κεκοιμημένους και θα διαβασθούν τα κόλυβα Κυριακή 31 Μαΐου (Πεντηκοστής) : 6.45π.μ.Ακολουθία του Μεσονυκτικού,του Όρθρου και Θεία Λειτουργία.Μετά το πέρας της ακολουθίας θα τελεσθεί ο εσπερινός της Γονυκλισίας. Δευτέρα 1 Ιουνίου (Αγίου Πνεύματος) 7.00π.μ. Ακολουθία του Όρθρου και Θεία Λειτουργία. +++Ξεκινάμε να μαζεύουμε τους κουμπαράδες της ιεραποστολής .Ξεκινάμε και αυτήν την περίοδο να μαζεύουμε τους κουμπαράδες της Ιεραποστολής μας για την Ουγκάντα που έχουν διανεμηθεί εδώ και ένα περίπου χρόνο για τους φίλους και υποστηρικτές της προσπάθειάς μας στην Ιεραποστολή .Έτσι λοιπόν ξεκινάμε να μεζεύουμε τους κουμπαράδες που θα μπορέσουν να ενισχύσουν την προσπάθειά της Ιεράς Μον Παναγίας Χρυσοπγής στην Αφρική .Μπορείτε λοιπόν αν θέλετε να φέρνετε από τώρα τους κουμπαράδες παραδίνοντάς τους στους π.Εφραίμ και Παίσιο .Ευχαριστούμε εκ των προτέρων πολύ.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

«Κάτω από τον Τρούλο» Αϊ-Μηνάς, Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 1922


\Ο τρούλος δεν κοίταζε πια τον Θεό. Κοίταζε αυτούς.

«Έπηξε η προσφυγιά στην εκκλησιά». Στρωματσάδα οι ψάθες, η μια κολλητά στην άλλη. «Κάθε οικογένεια και μια ψάθα. Οι πολυμελείς πήρανε δυο». Η Μαρίκα η Σμυρνιά πήρε δύο. Είχε οχτώ παιδιά. Τώρα έχει εφτά. Το μικρότερο το πήρε η θάλασσα.

Μια κουβέρτα καμηλό, τη μοιράζονται οχτώ κορμιά. Δεξιά της ο Παντελής, δεκατεσσάρων. Αριστερά η Ελέγκω, με το μωρό στην αγκαλιά. Μπροστά, τρία μικρά. Πίσω, οι μεγάλοι. Τα μάτια τους, καρφιά στον φακό. «Τί κοιτάς;» λένε. «Εμείς είμαστε. Οι ζωντανοί».

Ο Άγιος στο τέμπλο κρατάει Ευαγγέλιο. «Γέμισαν τα σκολειά, τα σπίτια, οι αποθήκες, οι παράγκες, τα υπόστεγα, οι δρόμοι». Μα η εκκλησιά χώρεσε τους πιο πολλούς.

Ταμπέλα καρφωμένη πρόχειρα: ΣΥΣΣΙΤΙΟ. Από κάτω, καρβέλια. Ζεστά. «Δώσανε δελτία για ψωμί». Η ουρά δεν τελειώνει. «Άρχισε και το συσσίτιο για όλους». Μυρίζει ψωμί και λιβάνι. Μυρίζει πατρίδα που κάηκε και πατρίδα που γεννιέται.

Οι Άγιοι στις τοιχογραφίες κοιτάζουν κάτω. Αυστηροί. Σαν να μην πιστεύουν. Πώς γέμισε ο οίκος του Θεού μπόγους, ρούχα απλωμένα, παιδιά που κλαίνε. «Οι ανάγκες δε χωρατεύουν. Ούτε λογαριάζουν αξιοπρέπεια».


Η Μαρίκα δεν κλαίει, τα μάτια της ξερά. Στέγνωσαν στη Σμύρνη. Όταν είδε το σπίτι να γίνεται στάχτη. Όταν έχασε τον άντρα της στο λιμάνι. «Ανταριασμένες γυναίκες με σαλεμένα τα λογικά έρχονται και ρωτάνε για τον εξαφανισμένο άνθρωπό τους». Αυτή δεν ρώτησε. Ξέρει.

Ο Παντελής, δίπλα της, σφίγγει τα δόντια. Δεκατεσσάρων, μα άντρας πια. «Χωρίς τους άνδρες» έμειναν οι φαμίλιες. Αυτός είναι ο άντρας τώρα. Ψάχνει μεροκάματο. «Πρέπει να βρεις μια προσωρινή δουλειά, οποιαδήποτε». Στο λιμάνι. Στο τσαγκαράδικο. Όπου να ναι,

Πολλοί κοιμούνται, σκεπασμένοι με παλτά, με κουβέρτες, με το τίποτα. «Μοιράσανε ψάθες για να στρώσουν χάμω και κουβέρτες για να σκεπαστούν». Ένας γέρος ροχαλίζει. Ένα μωρό βήχει. Μια κοπέλα χτενίζει τη μικρή της αδερφή. «Η κόλαση που ζήσανε, τίναξε στον αέρα αρχές και περασμένα μεγαλεία». Μα τα μαλλιά, τα χτενίζουν ακόμα.

«Καλοντυμένες κυρίες ζητάνε κορίτσια για δουλάκια». Κοιτάζουν. Μετρούν. Η Ελέγκω σφίγγει το μωρό. «Άτεκνα αντρόγυνα θέλουνε να υιοθετήσουν παιδιά». Η Μαρίκα τις κοιτάζει κατάματα. «Τα παιδιά μου δεν πουλιούνται». Δεν το λέει. Το λένε τα μάτια της.

Το φως πέφτει από τον τρούλο.

Λίγο. Ίσα να δείξει τα πρόσωπα. Ίσα να φωτίσει τον Χριστό στο τέμπλο. Και τα καρβέλια στο συσσίτιο. «Κοινός ο πόνος, κοινή κι η ζωή τους». Πλούσιοι και φτωχοί, στην ίδια ψάθα. «Αρχόντοι και μεροκαματιάρηδες, είναι πια ένα πράμα».

Ένας άντρας πλησιάζει τη Μαρίκα. Ο Μιχάλης, παραγιός του άντρα της κάποτε.

‒ Κυρά-Μαρίκα, λέω να στήσουμε φούρνο. Ο μακαρίτης είχε δύο στη Σμύρνη. «Εσένα σου δίνουν άδεια. Εμένα όχι».

Η Μαρίκα τον κοιτάζει. Οχτώ στόματα. Μια ψάθα. Δυο κουβέρτες.

«Μα πάλι να στέκεσαι με δεμένα τα χέρια;»

‒ Πού; ρωτάει.

‒ «Πλάι σ’ ένα τζαμί στη γωνιά της οδού Κασσάνδρου».

Κάτω από τον τρούλο, πάρθηκε η απόφαση.

Όχι με συμβόλαια. Με μια ματιά. Με την ανάγκη.

«Στην αψάδα της ανάγκης πάρθηκε η απόφαση».

Η εκκλησιά βουίζει. Παιδιά, κλάματα, προσευχές, καβγάδες. «Μολοταύτα δε λείπουν στον Αϊ-Μηνά κι οι καβγάδες». Για μια κουβέρτα. Για μια θέση. Για μια ανάσα.

Μα ο τρούλος στέκει. Οι Άγιοι στέκουν. Η Μαρίκα στέκει.

«Δε θα χρονίσουν», είπαν.

Γελάστηκαν.

Γιατί από αυτή την ψάθα, από αυτή την κουβέρτα, από αυτό το συσσίτιο, βγήκε ο φούρνος στην Κασσάνδρου, βγήκε η γειτονιά.

Γεννήθηκε η Θεσσαλονίκη.


Τα παιδιά της Μαρίκας έγιναν δάσκαλοι, φουρνάρηδες, μανάδες.

Ο Παντελής έχτισε σπίτι με μπαγδατί. «Σημερινοί είμαστε στη Θεσσαλονίκη αυριανοί δεν είμαστε».


Ο Χριστός στο τέμπλο;

Δεν κρίνει πια. Ευλογεί.

Recommended Post Slide Out For Blogger