Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1974. Τὰ τουρκικὰ στρατεύματα εἰσβάλουν στὴν Κύπρο. Καὶ σκορποῦν τὸ θάνατο. Στὴ Μόρφου συμβαίνει ἕνα συνταρακτικὸ γεγονός. Τοῦρκοι στρατιῶτες συλλαμβάνουν 15 χριστιανούς...
Τοὺς φέρνουν στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ ἑνὸς ἑλληνοκύπριου δάσκαλου, καὶ τοὺς καταδικάζουν σὲ θάνατο. Ἑτοιμάζουν τὰ ὄπλα. Καὶ στήνουν τοὺς αἰχμαλώτους (ἄνδρες, γυναῖκες, μικρὰ παιδιὰ) στὸν τοῖχο. Θρῆνος, κλαυθμός, ὀδυρμός. Τραγικὲς στιγμὲς γιὰ τοὺς μελλοθάνατους. Περιμένουν μέσα σὲ κλίμα φόβου καὶ ἀγωνίας τὸν Τοῦρκο ἀξιωματικὸ νὰ ἔλθει καὶ νὰ διατάξει «πῦρ».
Στρέφουν τότε τὸ νοῦ τους καὶ τὴν καρδιά τους στὴν ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων. Καὶ προσεύχονται ὅλοι τους θερμὰ γιὰ τὸ τελευταῖο τους ταξίδι καὶ ἰδιαίτερα ὁ δάσκαλος, «Θεέ μου, συγχώρησέ μας καὶ δέξου μᾶς κοντά σου. Μνήσθητι ἠμῶν, Κύριε, ἐν τὴ Βασιλεία Σου.»

