Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές, τα δένδρα,

οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
στέκουν βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια
καί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το χειμώνα
σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια,
για να μη ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου
να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου
να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη
και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη,
πρίν πολεμήσω ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου•