Κι αν δεν είναι ακόμη η ώρα;
Το σκέφτομαι. Το αισθάνομαι μέσα μου. Κάτι με τραβά προς τον Χριστό, προς το μοναστήρι, προς αυτή τη ζωή της προσευχής και της αφιερώσεως. Κι όμως, λέω πως δεν είναι ακόμη η ώρα.
Ίσως πράγματι να μην είναι.
Και δεν χρειάζεται να φοβάμαι γι’ αυτό.
Δεν χρειάζεται να βιαστώ, ούτε να πιέσω τον εαυτό μου να πάρει σήμερα μια απόφαση για ολόκληρη τη ζωή μου. Μπορώ όμως να κρατήσω αυτή την επιθυμία ζωντανή μέσα στην καρδιά μου. Να προσεύχομαι. Να πλησιάζω τον Χριστό. Να Τον γνωρίζω περισσότερο.
Κι αν Εκείνος θέλει να με οδηγήσει στο μοναστήρι, θα ανοίξει Εκείνος τον δρόμο.
Δεν θέλω όμως να χρησιμοποιώ το «δεν είναι ακόμη η ώρα» ως δικαιολογία για να ξεχάσω αυτό που γεννήθηκε μέσα μου.
Θέλω να περιμένω με πίστη και όχι με φόβο.
Ίσως σήμερα να μην είναι η ώρα να φύγω.
Ίσως όμως να είναι η ώρα να αρχίσω να προετοιμάζομαι.
Να γίνω πιο προσευχόμενος.
Πιο ταπεινός.
Πιο ελεύθερος από όσα με κρατούν πίσω.
Πιο κοντά στον Χριστό.
Και όταν έρθει η ώρα, δεν θέλω να πω: «Δεν ήμουν έτοιμος».
Θέλω να πω:
«Κύριε, περίμενα. Προσευχήθηκα. Σε εμπιστεύθηκα. Και τώρα, αν αυτός είναι ο δρόμος μου, είμαι έτοιμος να κάνω το πρώτο βήμα».
Δεν θα βιάσω τον Θεό.
Αλλά ούτε θα κλείσω την πόρτα όταν Εκείνος μου ανοίγει τον δρόμο.
Η ώρα μπορεί να μην είναι σήμερα.
Όμως η κλήση αξίζει να μείνει ζωντανή στην καρδιά μου.

