Ο παππούς αρρώστησε χρονιάρα μέρα! Του Ευαγγελισμού, μέρα της γιορτής του και πρέπει να μείνει στο κρεβάτι! Ο Φώτης κάθισε να του κάνει παρέα. ΄Έξω τα παιδιά παίζουν, χαλούν τον κόσμο, μα ο Φώτης θέλει να μείνει με τον παππού. Πήρε μία καρέκλα, κάθισε κοντά στο παράθυρο και βλέπει τον ήλιο που γέρνει.
– Παππού, του λέει, αύριο θα πάμε να στεφανώσουμε το Ηρώο! Κι είμαι χαρούμενος!
Σπιθίζουν τα μάτια του παππού.
– Σκέψου χαρά που θα έχει το άγαλμα! λέει σιγά.
Γελάει ο Φώτης.
-Μην κοροϊδεύεις παππού! Να μου πεις, χαρά που θα έχει η ψυχή του ήρωα, το καταλαβαίνω. Το μάρμαρο όμως…
Ο παππούς δε βιάζεται ν’ απαντήσει. Σηκώνεται με κόπο.
– Δεν κάνει να σηκωθείς, προσπαθεί να τον συγκρατήσει ο Φώτης.
Χαμογελάει πονηρά ο παππούς.
– Κανείς δεν θα μάθει ότι σηκώθηκα ένα λεπτό, λέει σιγανόφωνα. Ψάχνει στα συρτάρια του, στα βιβλία του. Βρίσκει εκείνο που ζητούσε. Αποσταμένος ξαναγυρνά στο κρεβάτι του. Δίνει κάτι χαρτιά στο Φώτη.
– Αύριο, σαν θα στέκεσαι μπροστά στο άγαλμα, να θυμάσαι αυτά που τώρα θα διαβάσεις.
Ο Φώτης δεν ανάβει φως. Φέγγει ακόμη. Αργά, διαβάζει για τον ήρωα:
Πηγή : Πεμπτουσία
– Παππού, του λέει, αύριο θα πάμε να στεφανώσουμε το Ηρώο! Κι είμαι χαρούμενος!
Σπιθίζουν τα μάτια του παππού.
– Σκέψου χαρά που θα έχει το άγαλμα! λέει σιγά.
Γελάει ο Φώτης.
-Μην κοροϊδεύεις παππού! Να μου πεις, χαρά που θα έχει η ψυχή του ήρωα, το καταλαβαίνω. Το μάρμαρο όμως…
Ο παππούς δε βιάζεται ν’ απαντήσει. Σηκώνεται με κόπο.
– Δεν κάνει να σηκωθείς, προσπαθεί να τον συγκρατήσει ο Φώτης.
Χαμογελάει πονηρά ο παππούς.
– Κανείς δεν θα μάθει ότι σηκώθηκα ένα λεπτό, λέει σιγανόφωνα. Ψάχνει στα συρτάρια του, στα βιβλία του. Βρίσκει εκείνο που ζητούσε. Αποσταμένος ξαναγυρνά στο κρεβάτι του. Δίνει κάτι χαρτιά στο Φώτη.
– Αύριο, σαν θα στέκεσαι μπροστά στο άγαλμα, να θυμάσαι αυτά που τώρα θα διαβάσεις.
Ο Φώτης δεν ανάβει φως. Φέγγει ακόμη. Αργά, διαβάζει για τον ήρωα:
Πηγή : Πεμπτουσία





