Ακόμα και ανάμεσα στους χριστιανούς δεν υπάρχει κοινή στάση απέναντι στο μοναχισμό. Κάποιοι υποκλίνονται στον μοναχικό τρόπο ζωής, ενώ άλλοι δεν μπορούν να τον καταλάβουν, κάποιοι τον θεωρούν κορυφή της χριστιανικής ζωής, ενώ άλλοι αχρείαστη ακρότητα.
Στη συζήτηση με τον Αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ Αρτιούχιν, προϊστάμενο του Μετοχίου της Ιεράς Μονής «Όπτινα Πούστιν» στη Μόσχα, αγγίζουμε μόνο την κορυφή αυτού του παγόβουνου: μιλάμε για την υπακοή, μια μοναχική υπόσχεση, η οποία αν και προκαλεί περισσότερα ερωτήματα, εν τούτοις είναι θεμελιώδης. Επίσης, μιλάμε για το αν μπορεί κανείς να κάνει λάθος, όταν αναχωρεί από τον κόσμο, μιλάμε για τον «εγωισμό» των μοναχών και την ευλογία των γονέων για το δρόμο του μοναχισμού. Και βεβαίως, για το πώς και γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν τη στενή οδό του μοναχισμού.
Ο Αρχιμανδρίτης Μελχισεδέκ Αρτιούχιν
Να γίνεσαι μοναχός από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό
– Πατέρα Μελχισεδέκ, μια από τις πιο διαδεδομένες προκαταλήψεις για το μοναχισμό είναι ότι στο μοναστήρι πηγαίνουν αυτοί που δεν κατάφεραν να βρουν το δρόμο τους. Υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σε αυτό;
– Όταν με ρωτάνε κοσμικοί άνθρωποι, ιδιαίτερα νέοι: «Πώς αποφασίσετε να γίνετε μοναχός;», τους διηγούμαι το ακόλουθο αστείο: «Είχα ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση. Καθώς περπατούσα στο δρόμο, πάνω μου έπεσε ένα τούβλο. Στο νοσοκομείο ήρθαν μοναχοί από τη Λαύρα της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σεργίου, με απήγαγαν μυστικά από το νοσοκομείο και με κούρεψαν μοναχό, όσο ήμουν χωρίς τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα, κατάλαβα ότι δεν είναι και τόσο άσχημα το να είσαι μοναχός».
Προσπαθώ με αστεία να αποφύγω την περαιτέρω συζήτηση, επειδή ο μοναχισμός δε χωράει στην κοσμική συνείδηση. Από αυτό δημιουργούνται μύθοι περί δυστυχισμένης ζωής ή για το ότι οι άνθρωποι δε βρήκαν το δρόμο τους.
Ξέρετε, υπάρχει μια πολύ σοφή έκφραση: ο αδύναμος ψάχνει υπαίτιους, ενώ ο δυνατός ψάχνει τον Θεό. Μοναχός γίνεται κανείς από αγάπη προς τον Θεό ή επειδή ψάχνει το δρόμο της μετανοίας. Τη μοναχική ζωή μπορεί να την καταλάβει μόνο αυτός που την γεύτηκε ή αυτός που την κάνει. Πώς να καταλάβεις τι είναι η θάλασσα, αν δεν την είχες δει ούτε μια φορά; Ή πώς να εξηγήσεις σε Αυστραλό αυτόχθονα τη γεύση του παγωτού, αν δεν το είχε δοκιμάσει ποτέ; Γι΄ αυτό, η Γραφή λέει: «γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος». Για να δει και να καταλάβει κανείς κάτι, πρέπει να το γευτεί.
– Για ποιους λόγους εσείς πήγατε σε μοναστήρι;
– Έλαβα το μοναχικό σχήμα σε ηλικία 24 χρονών, ωθούμενος από την ακόλουθη σκέψη: να αφιερωθώ στον Θεό από απόλυτη ευγνωμοσύνη προς Αυτόν.
Αναθρεμμένος σε οικογένεια που δεν πίστευαν, για πρώτη φορά αντίκρισα το Ευαγγέλιο στα 17 μου. Και αυτό μου αναποδογύρισε τη ζωή μου. Τότε σκέφτηκα μέσα μου: «Πήγαινα σε τελείως λάθος κατεύθυνση, όχι προς τον Θεό. Αν δεν είχε γίνει η συνάντηση με τον άνθρωπο, ο οποίος μου έδωσε το Ευαγγέλιο, η ζωή μου θα εξελισσόταν με την συνηθισμένη κοσμική λογική: σπουδές, μετά εργασία, οικογένεια (με το χαρακτήρα μου, όμως, ποιος ξέρει τι θα είχε απομείνει από αυτήν). Δε θα είχα μάθει το πιο σημαντικό!». Και τότε για πρώτη φορά μου ήρθε η σκέψη να αφιερωθώ στον Θεό: αν πραγματικά ο Θεός με έσωσε από μεγάλο κακό, η ζωή μου πλέον δε θα μπορούσε να εξελίσσεται με συνηθισμένο τρόπο. Με κάποιο τρόπο η ζωή μου έπρεπε να είναι αφιερωμένη σε Αυτόν, ώστε να Τον ευχαριστήσω για τη σωτηρία.
– Δεν σκεφτήκατε ότι και ένας κοσμικός άνθρωπος μπορεί να αφιερώσει τον εαυτό του στον Θεό;
Εγώ έψαχνα την απόλυτη αφιέρωση της ζωής μου στον Θεό
– Εγώ έψαχνα την απόλυτη αφιέρωση της ζωής μου στον Θεό. Ένας πιστός άνθρωπος μπορεί κάλλιστα να βρει το δρόμο του στον κόσμο, ας πούμε να παντρευτεί και να ακολουθήσει τον ιερατικό δρόμο, για παράδειγμα. Η πλειονότητα των ανθρώπων επιλέγει μέση οδό, δηλαδή την οδό της καλής χριστιανικής ζωής, κάτι που είναι πολύ καλό. Εγώ, όμως, είχα μαξιμαλιστική προσέγγιση: δεν ήθελα να διασκορπίζομαι, ήθελα να αφιερώσω τον εαυτό μου στον Θεό ολοκληρωτικά. Και πού βρίσκεται η ολοκληρωτική παράδοση του εαυτού σου στον Θεό, όταν η ίδια η ζωή σου είναι αφιερωμένη στον Δημιουργό; Στον μοναχισμό.
Ορθόδοξοι μοναχοί. Π.Ζαγκόρσκ, 1958. Φωτογραφία: Κ.Κάπα
– Συχνά τις αποφάσεις τις παίρνουμε παρορμητικά, ιδιαίτερα όταν είμαστε σε νεαρή ηλικία. Ο μαξιμαλισμός είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της νεανικής ηλικίας. Δεν μπορεί να χωρέσει λάθος εδώ;
– Καλή η σκέψη. Αλλά εγώ και τώρα, στα 53 μου, δεν έχω μετανιώσει για την νεανική μου απόφαση. Επειδή στη δική μου περίπτωση αυτό ήταν συνειδητοποιημένο και βαθιά μελετημένο βήμα. Η επιθυμία μου να γίνω μοναχός πραγματοποιήθηκε μετά από 7 χρόνια: την απόφαση την πήρα στα 17 μου, λίγους μήνες αφότου είχα πιστέψει. Και σταδιακά άρχισα να την υλοποιώ, ελέγχοντας πολλές φορές τον εαυτό μου, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των χρόνων. Σπούδαζα, δούλευα, μετά έκανα τη στρατιωτική μου θητεία. Εκεί είχα αρχίσει να προετοιμάζομαι για τη μοναχική ζωή. Μετά γράφτηκα σε Ιερατική Σχολή, όπου μπροστά μου είχα το παράδειγμα των πατέρων της Λαύρας της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σεργίου και των συνομηλίκων μου, οι οποίοι κουρεύονταν μοναχοί μετά από αίτημά τους. Αυτό μπορούσα να το δοκιμάσω πάνω μου.
Όταν οι άνθρωποι μου λένε στα καλά καθούμενα: «Θα πάω σε μοναστήρι και θα γίνω μοναχός!», τους απαντώ: «No!»
Όταν οι άνθρωποι μου λένε στα καλά καθούμενα: «Θα πάω σε μοναστήρι και θα γίνω μοναχός!», τους απαντώ: «No!». Ο άνθρωπος ετοιμάζεται έγκαιρα για αυτά που αγαπάει. Εκείνος που θέλει να γίνει επαγγελματίας στρατιωτικός, αρχίζει να παίζει με στρατιωτάκια από την παιδική του ηλικία, κιόλας. Αν η επιθυμία του είναι σοβαρή, τότε ακόμα όντας μαθητής θα πηγαίνει σε αθλητική-στρατιωτική λέσχη. Παλαιότερα, υπήρχαν τέτοιες στρατιωτικές δραστηριότητες προετοιμασίας νεαρών, όπου έκαναν πτώσεις με αλεξίπτωτα, εξορμήσεις με μηχανές και άλλα.
– Ποια ήταν η δική σας προετοιμασία για το μοναχισμό;
– Για μένα το μοναστήρι είχε ξεκινήσει στην κουζίνα. Ρωτούσα: «Ποιο τρόπο ζωής ακολουθούν οι μοναχοί; Τι είναι ο μοναχικός κανόνας;». Ο τρόπος ζωής είναι ένας και συγκεκριμένος: είναι η ζωή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, το οποίο για έναν μοναχό είναι το απόλυτο σημείο αναφοράς. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοβ έγραφε: «Ο μοναχισμός δεν είναι τίποτα άλλο από την υποχρέωση να εκπληρώνεις με ακρίβεια τις εντολές του Ευαγγελίου». Ο μοναχός θέλει να εκπληρώσει το Ευαγγέλιο με τη ζωή του. Και είναι υποχρεωμένος να είναι μοναχός όχι μόνο στο ναό, αλλά και παντού, σε οποιαδήποτε κατάσταση, «στην πολυκοσμία ή στην βαθύτατη έρημο», όπως έλεγε ο Άγιος Ιγνάτιος.
Ο Θεός θέλει τα τέκνα Του να μιλάνε όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά να συνομιλούν και με Αυτόν. Και η καλύτερη δυνατότητα για επικοινωνία με τον Θεό είναι στο μοναστήρι, εκεί όπου δεν υπάρχει αφοσιωτική και ζόρικη βιοτική μέριμνα.
– Άραγε, δεν είχατε έγνοιες;
– Με βρήκαν δύο χρόνια μετά την κουρά. Το 1987, εκάρην μοναχός, στις 29 Νοεμβρίου, και ένα χρόνο μετά, το 1988 (μόλις είχα αποφοιτήσει από την Ιερατική Σχολή), ο Πατριάρχης Ποιμήν αποφάσισε να στείλει στην Ιερά Μονή Όπτινα «μια ομάδα αερομεταφερόμενων στρατιωτών». Στην ομάδα αυτήν συμμετείχε ο προϊστάμενος της Μονής Όπτινα, Αρχιμανδρίτης Ευλόγιος, δύο ιερομόναχοι (ένας από αυτούς ήμουν εγώ), δύο διάκονοι και τέσσερις σπουδαστές της Ιερατικής Σχολής. Τρείς μήνες μετά, τοποθετήθηκα οικονόμος της Μονής Όπτινα. Αυτό ήταν. Η απομόνωσή μου τελείωσε, έγινα «εργοδηγός και οικοδόμος» για όλη μου τη ζωή. Χωρίς να το αγαπάω καθόλου αυτό.

Για την υπακοή
– Εσείς, ως μοναχός, δεν μπορούσατε να το αρνηθείτε;
– Το θέμα είναι ότι υπήρχε ζωτική ανάγκη. Αν και δε μου άρεσε, σκεφτόμουν: και ποιος άλλος να το κάνει αυτό; Από μας τους τέσσερις κάποιος έπρεπε να το αναλάβει! Υπάρχει το θέλω και υπάρχει και το πρέπει, και δε συμπίπτουν πάντοτε. Γι’ αυτό, η υπακοή μπορεί να τελείται από αγάπη για την εργασία, αλλά μπορεί και από αίσθηση του καθήκοντος.
