Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν γεμάτη κόσμο ποὺ ἦλθε ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴ μεγάλη γιορτὴ τοῦ Πάσχα. Ὅλη ἡ πόλη μιλοῦσε γιὰ τὸν μεγάλο προφήτη καὶ θαυματουργὸ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ὁ ὁποῖος μόλις τώρα ἔκανε τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἀμέτρητα θαύματά Του, ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος τέσσερεις ὁλόκληρες ἡμέρες βρισκόταν στὸν τάφο. Τὸν περίμεναν νὰ ἔλθει στὴν πόλη καὶ προετοιμάζονταν γιὰ τὴ θερμὴ ὑποδοχή Του. Αὐτός, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, δὲν περπατοῦσε πεζός, ὅπως πάντα, ἀλλά, ξεκινώντας ἀπὸ τὴ Βηθσφαγῆ, ἀνέβηκε σ’ ἕνα θηλυκὸ γαϊδούρι καὶ τὸ πουλάρι του, γιὰ νὰ πληρωθεῖ τὸ ρηθὲν τοῦ προφήτου Ζαχαρίου: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιὼν κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σώζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον» (Ζαχ. θ´ 9). Οἱ ἀπόστολοι ἔβαλαν πάνω στὸ γαϊδούρι καὶ τὸ πουλάρι τοῦ τὰ ροῦχα τους, ἐνῶ ὁ λαὸς πῆρε κλαδιὰ φοινίκων καὶ ἔστρωνε τὰ ροῦχα του στὸν δρόμο, στὰ πόδια τῶν ζώων, κραυγάζοντας μὲ μεγάλη χαρά: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».