Τιμή σε εσάς...

Τιμή σε εσάς...
Τιμή σε εσάς που πέσατε στης νίκης τον αγώνα
και καθεμιά απ’ το αίμα σας που χύσατε σταγόνα..
τη λευτεριά θεμέλιωσε και την χαιρόμαστε όλοι.
Ποτέ σας δεν δειλιάσατε στου βάρβαρου το βόλι
και στήσατε στα στήθη σας ατσάλινη ασπίδα
και δώσατε ελεύθερη σαν πρώτα την Πατρίδα!!!

Με το χαμόγελο στα χείλη ...

Με το χαμόγελο στα χείλη ...
Κυριακή 29 Οκτωβρίου στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοπηγής Πολυδενδρίου Αττικής στις 10.15π.μ. Κάντε κλικ στην εικόνα

Εκκλησιαστικές επικαιρότητες

Η παλαιοχριστιανική Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου θα τελεστεί αύριο Σάββατο 21 Οκτωβρίου στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοπηγής Πολυδενδρίου Αττικής στις 7.30.π.μ.

Την Κυριακή 29 Οκτωβρίου στην Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοπηγής Πολυδενδρίου Αττικής στις 10.15π.μ. και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας θα βρεθούμε στο αρχονταρίκι για να θυμηθούμε στιγμές από το έπος του 1940 και να τραγουδήσουμε μαζί τραγούδια της Σοφίας Βέμπο ,τα τραγούδια της Νίκης.Μία ζεστή ευκαιρία για να πούμε τα ΟΧΙ του σήμερα...

Διαβάστε σήμερα..

"

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα Σου



2d5a22115ed6e2914f97064bc9a80bbc_lO γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.
Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν. Μ’αυτόν τον καημό έφυγε απο την ζωή.
Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε. Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του…..
Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του.
Πηγή : Διακόνημα


Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπαμπη, οταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του…… ηταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι ‘έφτασε μπροστά στο σπίτι…..
Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.”Έλα παιδί μου, τι θέλεις;” τον ρώτησε στα τούρκικα…
Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ’άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του…”Κάλως όρισες” του είπε ελληνικά. “Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα”
Ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ΄ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.
Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα. Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε.
Γεννήθηκα σ΄ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας.Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.
Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας.
Οι γονείς του μ΄αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί.
Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι, και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ΄όλο το σπίτι ευωδία.
Όλα αυτά έμενα μ΄ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.
Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ΄ένα ξωκλήσι που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους.
Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν ακολούθησα και εγώ.
Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.”Όχι εσύ παιδί μου” μου είπε χαμηλόφωνα. “
“Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος” Τον κοίταξα με παράπονο..”
“Τότε να βαπτιστώ” του απάντησα.
Λίγο αργοτέρα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω όταν γινόμουνα ενηλικός κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.
Κι έγω περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία.
Πρίν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η αντλλαγή των πληθυσμών. Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τουτο εδώ το χωριό.
Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημέμη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοιχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω απο το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο, και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.
Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά νίωθα μια υπέροχη ευωδιά να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσευχή μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.
Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω απο το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να κατλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πώ σε κάποιον.
Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ΄ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο.
Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς. Τα ανασήκωσα μ’ενα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα απο κάτω ένα μεταλλικό κουτι.
“Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θυσαυρός” σκέφτηκα.
Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπληρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλι και ένα θυμιατήρι που ευωδίαζαν.
“Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε απο αυτό το σπίτι έκρυψαν τον πολύτιμό θυσαυρό τους για να μήν πέσει σε βέβηλα χέρια”.
Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και γω.
Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος απο την οικογένεια που θα μπορούσα να την παραδώσω.
Κι αυτό ήταν το αίτημα μου όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία.
Πέρασαν χρόνια από τότε. Οι γονείς μου φύγανε απο τη ζωή. Τ’ αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό.
Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας.
Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπεί γυναίκα στο σπίτι μου.
Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν. Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.
Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν.
“Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου” Προσευχόμουνα συνέχεια. Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσερή αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου.
Έβγαλα την εικόνα απο το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε.
“Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει”, σκέφτηκα και κάθισα απο το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω.
Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος.
Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο απο τα χέρια του γέροντα.
Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του.
Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά.
Αποχαιρετίστηκαν δακρυσμένοι.
Πρίν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι “Πάρτο παιδί μου, του είπε.
Έχει χώμα απο τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του
Recommended Post Slide Out For Blogger